Σκυλάδικα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

“Αν θές να ανοίξουν της καρδούλας μου οι πόρτεεΕΕΕεΕεΕΕεεεεεεΕεΕεεεεΕΕΕεΕεες, βγάλε όλα τα ρούχα σουυυυυυυΥυυυΥΥΥΥυυ κι έλα με τις μπότεεεεεεΕεΕΕΕΕΕεεεεΕεεεεΕΕΕεεΕΕΕΕες...”

- Κάποια άγνωστη για κάποια φαντασίωση κάπου με κάποιον σε κάποια εποχή...

“Γάβ γάβ! Ούούούούούούού.”

- Ένας σκύλος για τα σκυλάδικα

“Φλιουχ εχεχεχεχ”

- Μιά σκύλα για τα σκυλάδικα

Ευαγή ιδρύματα πολιτισμού. Ενδημούν στην Ελλάδα. Ευδοκιμούν σε διάφορες περιοχές της χώρας, αναλόγως της υποκατηγορίας στην οποία ανήκουν.

SKYLADIKO01.jpg

Ιστορική διαδρομή στα σκυλάδικα[επεξεργασία]

Το πρώτο σκυλάδικο χρονολογείται από την εποχή του Πλάτωνα. Την εποχή εκείνη οι Αθηναίοι πολίτες ως γνωστόν δεν εργάζονταν, αλλά ήταν «αφεντικά» και έβαζαν δούλους για να κάνουν το χαμαλίκι. Υπήρχαν δούλοι κάθε ειδικότητας που πολλές φορές τύγχαναν ιδιαιτέρων προνομίων (πχ πολλές φορές τους επέτρεπαν να παίρνουν μάτι κατά τη διάρκεια των γευμάτων) και ήταν αρκετοί αυτοί που ενώ δεν ανήκαν στην τάξη των δούλων ήθελαν σώνει και καλά να γίνουν προνομιούχοι δούλοι. Μερικές φορές οι δούλοι ήταν απλά συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου για εκδηλώσεις όπως τα Ταυροκαθάψια ή τα Πυροκλάνια. Μετά η σύμβασή τους έληγε και έμεναν ελεύθεροι μεν, άνεργοι δε.

Η Σχολή του Πλάτωνα συχνά διοργάνωνε διεθνή forumz με προσκεκλημένους από ξένα Πανεπιστήμια και σε τέτοιες περιόδους ήταν αναγκαία η πρόσληψη συμβασιούχων δούλων. Ένα γκρουπ δούλων έκανε κατάληψη στο Πανεπιστήμιο του Πλάτωνα (στην οδό Αθηνάς πίσω από το φαστφουντάδικο του Αναξιμένη) με αίτημα να γίνουν συμβασιούχοι αορίστου χρόνου. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης έφαγαν όλα τα αποφάγια ενός Συμποσίου που είχε προηγηθεί, ήπιαν όλο το κρασί (merlot του 623 π.Χ.) έγιναν ντίρλα και άρχισαν να τραγουδάνε και να χορεύουν. Η κατάληψη έληξε μετά από επέμβαση των ΜΑΤ (Μαινόμενοι Αθηναίοι Τραμπούκοι) με τη βοήθεια εκπαιδευμένων σκυλιών. Ο χώρος ονομάστηκε χάριν συντομίας «σκυλάδικο» και πέρασε από γενιά σε γενιά.

Σκυλάδικα θέλησαν να κάνουν και οι ζηλόφθονες Ρωμαίοι, όμως τα αποκαλούσαν «λυκάδικα» προς τιμήν του Ρέμου και του Ρωμύλου (ή Ρέμος-αυτός ειχε ήδη Σκατά όνομα δεν μπορεί να χαλάσει άλλο- και Βρωμύλου) που ανετράφησαν από λύκαινα. Τα λυκάδικα ήταν κέντρα συνάθροισης και ψυχαγωγίας όπου ορχήστρα με γκέη που έπαιζαν άρπα τραγουδούσαν για τους λεγεωνάριους.

Η καθιέρωση του θεσμού[επεξεργασία]

Τα σκυλάδικα ως θεσμός καθιερώθηκαν την εποχή του Βυζαντίου από τον Μιχαήλ Γ` τον Ποιμενικό. Σε γνωστό μαγαζί στο Βόσπορο εμφανίζονταν Παρασκευοσαββατοκύριακο ο Τριγενής(ετοιμολογική προέλευση εκ της γενειάδος) Ακρίτας (μαζί με τη Διγενή Σεμίνα) με πολυμελή λαϊκή ορχήστρα. Την εποχή της Μάχης των Εικόνων εκεί πήγαιναν μόνο οι εικονολάτρες και μάλιστα εκείνη την περίοδο τα μαγαζιά αυτά δεν επιτρέπονταν να κολλάνε αφίσες. Όταν αποκαταστάθηκαν οι εικόνες, έγινε ομαδική αφισοκόλληση με το πρόσωπο της Μεγάλης Θεοδώρας να καταβροχθίζει ένα παριζάκι και με τίτλο «Εν Τούτω Nikas». Από τα σκυλάδικα της τότε εποχής η εκκλησία αντλεί τη συνήθεια των λουλουδιών στον επιτάφιο (ο υπέροχος ύμνος «Ω γλυκύ μου έαρ» που ήταν σουξέ της εποχής και δις πλατινένιο είχε αρχικά κυκλοφορήσει σε σινγκλάκι μαζί με το «Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την Κερκόπορτα» που όμως έγινε επιτυχία πολύ αργότερα με τον Κωστή Παλαιολόγο).

Κατά την τουρκοκρατία αναπτύχθηκαν σκυλάδικα στο Σούλι μέχρι που μπούκαρε η αστυνομία για διατάραξη κοινής ησυχίας στο κέντρο «Κούγκι» που εμφανίζονταν ο Dj Sam Will (Σαμουήλ στα ελληνικά) και το έκλεισε. Ανάλογη τύχη είχε και η οικογενειακή ταβέρνα «Αρκάδι» που μετά τα μεσάνυχτα λειτουργούσε ως μπουζουκλερί.

Στον εικοστό αιώνα λόγω ανέχειας και συνεχών πολέμων η διασκέδαση μεταφέρθηκε στα ρεμπετάδικα. Τα σκυλάδικα με τη μορφή απλών petshops ξαναέκαναν την εμφάνισή τους μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο στους ίδιους χώρους που τραγουδούσαν οι Γερμανοί «Το λιλί σου Μαρλέν με μουρλέν’» (σουξέ της εποχής για μια τρανσέξουαλ που την έλεγαν Μαρλέν και που έγινε 3 φορές πλατινένιο).

Εκσυγχρονισμός[επεξεργασία]

Στη δεκαετία του '70 τα σκυλάδικα αναπτύχθηκαν πολύ και έφτασαν στο ζενίθ της δημοφιλίας τους προσελκύοντας πελάτες ακόμα και από τους χώρους της τέχνης, της κουλτούρας και της υψηλής διανόησης. Οι θαμώνες άρχισαν να εμβολιάζονται πριν εισέλθουν, υπήρχαν κόκκαλα για τους τραγουδιστές, στα διαλείμματα τους πέταγαν φρίζμπι και αυτοί το έπιαναν με το στόμα και μετά τις 2.30 όποιος ανέβαινε στην πίστα φόραγε περιλαίμιο. Τα μπαλέτα (επηρεασμένα από τα κουνελάκια του playboy) ντύνονταν σκυλίτσες κουνώντας την ουρά τους ενώ υπήρχε και κτηνίατρος.

Επί εποχής Παπαθεμελή τέθηκε όριο στη λειτουργία των σκυλάδικων μετά από διαμαρτυρία της Λάση. Η Μαριάνα Λάση που μεσουρανούσε τότε, εισηγήθηκε στον υπουργό να κλείνουν τα μαγαζιά μετά τις 4 το πρωί γιατί χαλούσε το βιολογικό ρολόι του σκυλά και πολλοί σκυλάδες μετά το σοκ αλυχτούσαν μέσα στα ξημερώματα παίζοντας το ρόλο του κόκορα.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τα σκυλάδικα στις μητροπόλεις μετασχηματίσθηκαν σε χώρους lifestyle, ενώ το παραδοσιακό σκυλάδικο - στάνη αναπτύχθηκε στην περιφέρεια λόγω των επιδοτήσεων των αγροτών. Ενώ λοιπόν στις μεγάλες πόλεις τα γύψινα πιάτα αντικαταστάθηκαν από wmf για λόγους επίδειξης, στις μικρότερες πόλεις άρχισε να επιτρέπεται στους θαμώνες να παρακολουθούν το πρόγραμμα φορώντας γαλότσες κατευθείαν από το χωράφι.

Όροι λειτουργίας[επεξεργασία]

Στο παραδοσιακό σκυλάδικο ο θαμώνας ΔΕΝ πρέπει να καταλαβαίνει τους στίχους των τραγουδιών. Οι τραγουδιστές κάνουν ειδικά μαθήματα ορθοφωνίας βάζοντας έναν φελλό στο στόμα τον οποίον δεν πρέπει να βγάλουν μέχρι να τελειώσει το πρόγραμμα. Χρησιμοποιούν φράσεις ενθαρρυντικές προς το κοινό («όλα τα μωρά στη νύστα», «πω πω πω τι έχω σήμερα», «σπαρταράει ο γάβρος», «βγάλτε υγρά» κλπ) και δεν διστάζουν να αφήσουν το μικρόφωνο στους θαμώνες να επαναλάβουν το ρεφραίν που συχνά είναι από άλλο τραγούδι μιας και μόνο οι πολύ μυημένοι καταλαβαίνουν.

SKYLADIKO02.jpg

Καλή ώρα προσέλευσης στο σκυλάδικο είναι μετά τις 2.30 τη νύχτα και άρα το σκυλάδικο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν «διασκέδαση after». Παρόλα αυτά υπάρχουν και σκυλάδικα after, δηλαδή after στο τετράγωνο. Καλό είναι ο θαμώνας να έχει ήδη πιεί από πριν ώστε να αμβλυνθούν οι αισθήσεις του. Μερικοί παντελώς ξενέρωτοι θαμώνες που δεν έχουν πιεί και δεν φτάνουν σε οργασμό διαμαρτύρονται για την τσιγαρίλα, τον κακό ήχο, την κακή ορχήστρα, το κακό ρεπερτόριο κλπ. Καλό θα είναι οι μπράβοι του μαγαζιού να προβούν σε ανθρωποθυσίες θυσιάζοντάς τους στο βωμό της Τέχνης.

Οι ενδυματολογικές προτάσεις των αντρών τραγουδιστών κυμαίνονται από τα τετριμμένα πουκάμισα μέχρι τα πολύ εξεζητημένα ρούχα-πολυελαίους με χώρο για σεμεδάκι στο πέτο. Οι γυναίκες τραγουδίστριες γενικώς δείχνουν σάρκα και καθόλου οστά. Την παράσταση όμως κλέβουν οι γυναίκες θαμώνες των οποίων είναι ευδιάκριτες οι ωοθήκες και που είναι απορίας άξιο πώς ισορροπούν σε δωδεκάποντα.