Φρικηλεξικό:πορδοειδές

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξικό που κανείς δεν θα έπρεπε να ανοίξει!

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

πορδοειδές (το), επίθετο (σύνθετο: πόρδος + είδος)

κλίση: το Φρικηλεξικό:πορδοειδές, η πορδοειδού, τα πορδοειδή, ο πορδοειδός ή πορδοειδύς.

Σημασία[επεξεργασία]

το αντικείμενο που είναι σε είδος πόρδου

Παράδειγμα[επεξεργασία]

  • Το σκατό είναι ένα πορδοειδές πράγμα.